Σε μιά εποχή όπου το παραμύθι μοιάζει τόσο μακρινό, όσα και τα χρόνια που περάσαν από πάνω μας κι είμαστε σίγουροι πως δεν υπάρχουν δράκοι, μάγοι, ξωτικά, μαρμαρωμένοι Βασιλιάδες, το παραμύθι αυτό έρχεται για να μας θυμίσει πως τα όρια ανάμεσα  στο παραμύθι και την αλήθεια απέχουν λίγο.

Επιτρέψτε μου αυτό το παραμύθι να το αφιερώσω σε όλους τους Πολίτες που ξέρουν να ακούνε παραμύθια και σε όλους τους φίλους μου Πολιτικούς που νομίζουν πως λένε πιστευτά παραμύθια.

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια Αυτοκρατορία εκεί στη μακρινή Ασία, ήταν ένας Χαλίφης, καλός και δίκαιος καθώς πως λέγανε.
Ο Χαλίφης, ήταν γνήσιος απόγονος του Προφήτη και κατείχε την Αλήθεια.

Είχε όνομα από μεγάλη γενιά, ήταν δηλαδή περίφημος και ξακουστός, είχε στρατό μεγάλο, ισχυρό και ο κόσμος τον λάτρευε.
Όμως τι κρίμα, ο Χαλίφης μας, ήταν μικρός και τις τέχνες του πολέμου και της διοίκησης του Χαλιφάτου τις είχε ακουστά, μόνο ό,τι πρόλαβε να μάθει στα σχολεία.

Ο Χαλίφης αυτός, ήταν τόσο καλός και δημοκρατικός, που είχε δώσει μεγάλες εξουσίες στους Βεζίρηδες, που κυβερνούσαν τις Επαρχίες του, γιατί είπαμε, αυτός ήταν μικρός και δεν γνώριζε.

Μια μέρα λοιπόν, ο Χαλίφης μας, βγάζει ένα φιρμάνι και λέει:
– Υπήκοοί μου, εγώ ο Μεγάλος Χαλίφης, ο κάτοχος όλης της γνώσης και της αλήθειας, ο απευθείας Απόγονος του Προφήτη, σου δίνω τη δυνατότητα, να γίνεις Βεζίρης στη θέση του Βεζίρη και να Κυβερνήσεις εσύ την Αυτοκρατορία μου, γιατί εγώ είμαι μικρός και άβγαλτος και δεν κατέχω όπως λένε οι Σοφοί στο Παλάτι αυτή τη τέχνη.

Οι Βεζίρηδες στην αρχή χαμογελάσαν με συγκατάβαση, «….μικρό είναι το παιδί και παίζει, δεν είναι τίποτα, μαθαίνει να διοικεί….»

Τα γιουσουφάκια όμως, το χαρέμι, οι Μαμελούκοι, οι υπήκοοι δηλαδή, δεν το είδαν έτσι, είπαν να η ευκαιρία να γίνουμε Βεζίρηδες στη θέση του Βεζίρη.

Πιάνουν λοιπόν, και μια και δυό να γράφουν τ’όνομά τους στο Ταπί.
Η θέση του Βεζίρη ήταν σπουδαία, είχε πολλά λεφτά, φήμη, δόξα.

Σαν τέλειωσε ο χρόνος που έδωσε ο Χαλίφης, πήγε ο Γραμματικός της Αυλής και πήρε το Ταπί.

Όταν άρχισε λοιπόν ο Χαλίφης να διαβάζει τα ονόματα και τα αιτήματα που κάποιοι του στείλαν, κατάλαβε πως θα είχε δυσκολία να επιλέξει νέους Βεζίρηδες και άρχισε τα βάϊ-βάϊ.

Περισσότερο όμως βάϊ-βάϊ, ρίχναν οι Βεζίρηδες, που βλέπαν τα γιουσουφάκια τους, το χαρέμι και τους Μαμελούκους, να θέλουν να τους πάρουν τη θέση.

Στα Βορειο-Ανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας, εκεί στα έσχατα σύνορα με την Μογγολία, υπήρχε μία επαρχία, όπου ο Βεζίρης, ήταν κάτι παραπάνω από αδελφικός φίλος με τον Χαλίφη, ήταν Παραγιός του Μεγάλου Προφήτη, άρα, «έκλεβε» κι αυτός κάτι από τη δόξα και τη φήμη του Αδελφού του, Χαλίφη.

Ο Βεζίρης αυτός, ήταν μεγάλος πολεμιστής και πάμπολλες φορές, είχε αποκρούσει ορδές απίστων με το Ιππικό του, τους Σπαχήδες.

Οι Σπαχήδες, ήταν το ιππικό της εποχής, οι Αξιωματικοί Δε, κατείχαν φέουδα που είχε δώσει ο Χαλίφης και επιτηρούσαν τους χωρικούς που δουλεύαν τη γη.
Οι Σπαχήδες, είχαν ένα μεγάλο μίσος στους Γενίτσαρους, γιατί οι Γενίτσαροι ήταν γενιά απίστων.

Ο Βεζίρης, είχε έναν παραγιό, Σπαχής κι αυτός, Αξιωματικός, τρανός πολεμιστής, που πριν σαλπίσει ο σαλπιστής, αυτός είχε χωθεί στη μάχη.

Ο Σπαχής λοιπόν, πάει στο Βεζίρη και του λέει:

– «Βεζίρη μου και Κύρη μου, Αφέντη μου μεγάλε, πριν βάλω τ’όνομά μου στο Ταπί, θέλω τη συμβουλή σου, να μείνω δω στην επαρχία σου, να πάρω το ψωμί σου, μου είναι δύσκολο βαρύ και δεν ταιριάζει σ’άντρες, γι αυτό το λόγο κι εγώ, θα φύγω μακριά σου, θα πάω σ’άλλη γη, σε άλλη επαρχία, θα πάω σε μέρη μακρινά, σ’ανθρώπους που μ’αγαπάνε.»

Ο Βεζίρης, βλέποντας πως μέσα στο Ταπί υπάρχει και το όνομα του πιστού του Σπαχή, θολώνει και βάζει τον Γραμματικό του να γράψει του Χαλίφη:

-«….Αφέντη μου και Κύρη μου, Μεγάλε μου Χαλίφη, ο Σπαχής πού’χα παραγιό, με πούλησε, με πρόδωσε και θέλει το Βεζιριό μου. Μ’αυτό δεν είναι πρόβλημα αν έτσι εσύ προστάζεις. Το πρόβλημα είναι πως ο Σπαχής μου, είναι γενιά Γενίτσαρων που θέλουν το κακό σου…..»
Αυτά κι άλλα πολλά, ψέματα έγραψε ο Βεζίρης, γιατί είχε ανθρώπους δίπλα του, που τρέμαν στη σκιά του.

Μόλις φτάσαν τα μαντάτα, άρχισε ξανά ο Χαλίφης τα βάϊ-βάϊ.
– «…για δες βρε τι κακό έφερα άθελά μου, στον αδελφό μου τον Βεζίρη….» μονολόγησε, και με μιάς, δίνει Διαταγή τρανή, πως θέλει το κεφάλι αυτού του αναιδή Σπαχή, που θέλει το κακό του φίλου του Βεζίρη.

Ο Σπαχής όμως, ήταν αγαπητός σε κύκλους της Αυλής και κάμποσοι Γραμματικοί, θελήσαν να τον σώσουν.

– «Ο Σπαχής, δεν είναι άρπαγας, δεν θέλει το κακό σου, πονάει το Βασίλειο και θέλει το καλό σου.»

Ο Χαλίφης όμως, είναι ανένδοτος, δεν ακούει κανέναν και τίποτα, σκέφτεται μάλιστα, να ακούσει αυτά που του συμβούλεψαν στον Οντά, οι Μυστικοί του Γραμματείς και να γενεί Σουλτάνος, για να’χει περισσότερη πολιτική εξουσία.

Μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά ο Γραμματικός, στέλνει το φιρμάνι στον Σπαχή και του λέει πως ο Πολυχρονεμένος, θέλει το κεφάλι σου, γιατί έβαλες τ’όνομά σου, μέσ’το Ταπί το Μέγα.

Ο Σπαχής ξαφνιάζεται και μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, αποφασίζει να φύγει σε άλλα μέρη, πριν φύγει όμως, πιάνει και γράφει στον Χαλίφη,
«Χαλίφη μου και Κύρη μου, Αφέντη μου μεγάλε, γνωρίζεις πως κι εγώ όπως κι άλλοι Σπαχήδες, γεννήθηκα κι ανδρώθηκα δω μέσα στην Αυλή σου. Γόνος αν θες των ιδεών του Μεγάλου μας Προφήτη είμαι κι εγώ, και δεν μπορώ να διανοηθώ πως πίστεψες το ψέμα του Βεζίρη, πως τάχα είμαι Γενίτσαρος και πως δεν είμαι Σπαχής.
Συ, άνθρωπος δίκαιος, καθώς πως τάχα λένε, πιστός στα Λόγια του Προφήτη, πρέπει να δεις την αδικία και το ψέμα του Βεζίρη.
Χαλίφη μου και Κύρη μου, Αφέντη μου μεγάλε, με πόνο στη καρδιά φεύγω σε άλλη επαρχία, να πολεμίσω Γενίτσαρους που θέλουν Εξουσία….»

Αυτά τα πράγματα γινήκανε στη μεγάλη Αυτοκρατορία, κάπου εκεί στη μακρινή Ασία.

Για την ιστορία, ο Χαλίφης, έγινε Σουλτάνος και προσπάθησε να Κυβερνήσει αυστηρά, γιατί όπως είπε, μεγάλωσε και έμαθε από τα λάθη του.
Ο φίλος μας ο Βεζίρης, έχασε το βεζιριό του αλλά δεν χάθηκε.
Ο Σουλτάνος, τον έκαμε Δραγουμάνο, να μεταφράζει χαρέμια, γιουσουφάκια, Μαμελούκους.

Advertisements