Του Πάνου Παναγιώτου, Χρηματιστηριακού Τεχνικού Αναλυτή                 Διευθυντή GSTA/EKTA

22649592 Μετά το πετρελαϊκό σοκ στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 μία σειρά αναδυόμενων κρατών της Αφρικής αλλά και η Βραζιλία, το Μεξικό και η Αργεντινή χρειάστηκαν να αυξήσουν κατακόρυφα τον κρατικό δανεισμό τους προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους για πετρέλαιο.  Με τις ΗΠΑ να έχουν εξασφαλίσει με την απειλή πολεμικής επίθεσης ότι το εμπόριο του πετρελαίου θα διεξάγονταν αποκλειστικά και μόνο σε δολάριο και με τις τιμές του πετρελαίου να έχουν αυξηθεί κατά 400%, δημιουργήθηκε μία μηχανή παραγωγής δολαρίων ένα μεγάλο μέρος των οποίων αποθηκεύονταν στις τράπεζες του Λονδίνου και άλλων τραπεζικών κέντρων, τα οποία ανέλαβαν την ανακύκλωσή τους παρέχοντας σχετικά φθηνά δάνεια στις αναδυόμενες χώρες προκειμένου να αγοράσουν πετρέλαιο που, όμως, έκρυβαν μία παγίδα: είχαν εκδοθεί με κυμαινόμενο επιτόκιο με βάση το LIBOR.

Τον Οκτώβριο του 1979 ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Νέας Υόρκης Paul Volcker υιοθέτησε μία πολιτική αύξησης των αμερικανικών επιτοκίων που τα οδήγησε σε άνοδο της τάξης του 300% προκαλώντας παράλληλα εκτίναξη και του LIBOR και έτσι μία δραματική αύξηση στο κόστος εξυπηρέτησης των δανείων των αναδυόμενων κρατών, η οποία τα έριξε σε μία βαθιά οικονομική κρίση που μέσα σε τρία χρόνια τα είχε οδηγήσει σε κατάσταση πτώχευσης.

Τριάντα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 2009, η Ελλάδα, χώρα μέλος της ΕΕ και ένα από τα αναπτυγμένα κράτη του κόσμου, ήρθε αντιμέτωπη με μία κρίση εξυπηρέτησης των δανείων της, με τους Έλληνες πολιτικούς ιθύνοντες να αποφασίζουν να στραφούν στο ΔΝΤ και τους Ευρωπαίους εταίρους τους προκειμένου να αντλήσουν δανεικά κεφάλαια. Για το λόγο αυτό ενεργοποιήθηκε ένας διπολικός μηχανισμός στήριξης από το ΔΝΤ και μία σειρά κρατών της ΕΕ, ο οποίος συμφωνήθηκε να παρέχει δάνεια 110 δις ευρώ σε διάστημα τριών ετών. Όπως και στην περίπτωση των δανείων των αναδυόμενων κρατών στη δεκαετία του 70ʼ, όμως, έτσι και εδώ το επιτόκιο των δανείων του μηχανισμού αυτού ʽστήριξηςʼ της Ελλάδας συμφωνήθηκε να είναι κυμαινόμενο και να ορίζεται με βάση του euribor, το ευρωπαϊκό διατραπεζικό επιτόκιο.

Την περίοδο της υπογραφής της συμφωνίας, ωστόσο, η Ελλάδα δε φάνηκε να δίνει μεγάλη βάση στην χρηματοπιστωτική ιστορία και δεν προβληματίστηκε από το γεγονός ότι το euribor βρισκόταν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα τιμών και έτσι ο πιθανότερος δρόμος γιʼ αυτό στο μέλλον, θα ήταν ο ανοδικός, κάτι το οποίο και θα αύξανε το επιτόκιο των δανείων της και ως εκ τούτου θα επιβάρυνε και το κόστος εξυπηρέτησης τους. Λιγότερο από έξι μήνες αργότερα, όμως, το euribor έχει καταγράψει άνοδο μεγαλύτερη του 30% φτάνοντας στο 1,045% από το 0,68% και αυτό σημαίνει πως το επιτόκιο που καλείται να πληρώσει η χώρα σήμερα έχει, ήδη, αυξηθεί στο 4% (συν 0,5% χρέωση που καταβάλλεται άπαξ) από 3,68% που ήταν στις 9 Μαΐου.

Μέσα σε ένα χρηματοπιστωτικό περιβάλλον με τη μεγαλύτερη αστάθεια στα τελευταία 65 χρόνια και σε μία φάση που η οικονομία αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση εν καιρώ ειρήνης από το 1930, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς για ποιο λόγο η καλύτερη επιλογή για την Ελλάδα ήταν να συμφωνήσει σε ένα μηχανισμό στήριξης που της παρέχει δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το βαθμό έκθεσης της στο χρηματοπιστωτικό ρίσκο και την εξάρτηση της από τις αποφάσεις των Κεντρικών Τραπεζών της FED και της ΕΚΤ για την πολιτική επιτοκίων που θα ακολουθήσουν. Και είναι, ίσως, αυτονόητο, πως τους μόνους που μπορεί να εξασφαλίζει και να προστατεύει ένα κυμαινόμενο επιτόκιο είναι τους δανειστές.

 

Πηγή: Sofokleous10.gr

Advertisements