Του George Soros

Όταν οι αρχιτέκτονες του ευρώ σχεδίαζαν το κοινό νόμισμα γνώριζαν ότι το σύστημά τους ήταν λειψό. Η δημιουργία του ενιαίου νομίσματος συνοδεύτηκε από την ίδρυση μιας κοινής κεντρικής τράπεζας αλλά όχι κι ενός κοινού Υπουργείου Οικονομικών. Αυτό ήταν αναπόφευκτο από τη στιγμή που η Συνθήκη του Μάαστριχτ προωθούσε μια νομισματική ένωση χωρίς πολιτική ένωση. Οι ευρωπαϊκές αρχές πίστευαν ωστόσο ότι σε περίπτωση που ανέκυπτε κρίση στο ευρώ, θα μπορούσαν εύκολα να την αντιμετωπίσουν. Σε τελική ανάλυση, έτσι δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, στη λογική του ενός βήματος κάθε φορά και όλοι γνώριζαν ότι απαιτούνταν πολλά επιπλέον βήματα.

Με τη στερνή μας γνώση ωστόσο, μπορούμε να αναγνωρίσουμε κι άλλα μειονεκτήματα στο ευρώ που οι αρχιτέκτονές του δεν είχαν αντιληφθεί. Υποτίθεται ότι το ενιαίο νόμισμα θα οδηγούσε τις οικονομίες σε σύγκλιση αλλά τις οδήγησε σε αποκλίσεις. Αυτό συνέβη επειδή οι ιδρυτές του ευρώ δεν είχαν συνειδητοποιήσει πως ανισορροπίες δεν θα αναφαίνονταν μόνο στη δημόσια σφαίρα αλλά και στον ιδιωτικό τομέα.

Μετά την εισαγωγή του ευρώ οι εμπορικές τράπεζες μπορούσαν να αναχρηματοδοτήσουν τα κρατικά ομόλογα που κατείχαν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εποπτικές αρχές θεωρούσαν αυτά τα ομόλογα ως στερούμενα κινδύνων. Αυτό οδήγησε στη δραστική συρρίκνωση των διαφόρων επιτοκίων ανάμεσα στα κρατικά ομόλογα των χωρών, γεγονός που με τη σειρά του τροφοδότησε μια εκρηκτική ανάπτυξη της κτηματαγοράς στις πιο ασθενείς οικονομίες και σε περιορισμό της ανταγωνιστικότητάς τους. Τον ίδιο καιρό η Γερμανία που είχε να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της ενοποίησης έπρεπε να σφίξει το ζωνάρι. Τα γερμανικά συνδικάτα συναίνεσαν σε υποχωρήσεις για τους μισθούς και τις εργασιακές συνθήκες με αντάλλαγμα την ασφάλεια των θέσεων εργασίας. Έτσι ανέκυψαν οι αποκλίσεις εντός της Ευρωζώνης. Ενώ οι τράπεζες συνέχισαν να αγοράζουν κρατικά ομόλογα των ασθενέστερων χωρών προκειμένου να επωφελούνται από την μικρή διαφορά επιτοκίου που όμως πάντα παρέμενε.

Η απουσία ενός κοινού Υπουργείου Οικονομικών εμφανίστηκε σαν πρόβλημα για πρώτη φορά μετά τη χρεοκοπία των Lehman Brothers στις 15 Οκτωβρίου του 2008, οπότε η απειλή μιας συστημικής κατάρρευσης υποχρέωσε τις κυβέρνησης να εγγυηθούν ότι κανένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα με συστημική σημασία δεν θα αφήνονταν να πτωχεύσει. Την εποχή εκείνη η Γερμανίδα καγκελάριος Αγγέλα Μέρκελ είχε επιμείνει ότι κάθε χώρα θα έπρεπε να παράσχει εγγυήσεις στα δικά της ιδρύματα απορρίπτοντας την πανευρωπαϊκή προσέγγιση. Κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο πάντως, οι διαφορές αποδόσεων διευρύνθηκαν μόνο το 2009, όταν η νεοεκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η προκάτοχός της είχε παραποιήσει τα στοιχεία και ότι το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα ήταν πολύ μεγαλύτερο του αναμενόμενου. Το γεγονός αυτό υπήρξε η έναρξη της κρίσης της Ευρωζώνης.

Η έλλειψη ενός κοινού Υπουργείου Οικονομικών τώρα έχει θεραπευθεί: στην αρχή μέσω του πακέτου διάσωσης προς την Ελλάδας και στη συνέχεια με την ίδρυση του προσωρινού Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Οι οικονομικές αρχές της Ευρώπης κυοφορούν αρκετά σχέδια και είναι σίγουρο ότι σύντομα θα έχουμε έναν διαρκή μηχανισμό. Δυστυχώς όμως είναι εξίσου σίγουρο ότι και οι νέοι διακανονισμοί θα έχουν τα ψεγάδιά τους. Κι αυτό γιατί το ευρώ υποφέρει και από άλλα ελλείμματα. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι πολιτικοί δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο μια νομισματική κρίση, αλλά και μια τραπεζική κρίση καθώς και μια κρίση μακροοικονομικής θεωρίας.

Οι ευρωπαϊκές αρχές κάνουν δύο τουλάχιστον λάθη. Το ένα είναι ότι είναι αποφασισμένες να αποφύγουν τα χρεοστάσια ή το ‘κούρεμα’ για τις ήδη υπάρχουσες εκδόσεις κρατικών ομολόγων, φοβούμενες ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε τραπεζική κρίση. Οι κάτοχοι ομολόγων τον αφερέγγυων τραπεζών προστατεύονται σε βάρος των φορολογουμένων. Αλλά αυτό είναι πολιτικά απαράδεκτο. Η νέα ιρλανδική κυβέρνηση που θα εκλεγεί την ερχόμενη άνοιξη θα απορρίψει τους σημερινούς διακανονισμούς. Κι αυτό το αναγνωρίζουν οι αγορές, γι’ αυτό και το πακέτο διάσωσης της Ιρλανδίας δεν έφερε καμιά ανακούφιση. Δεύτερον, με τα σημερινά υψηλά επιτόκια των πακέτων διάσωσης είναι αδύνατο για τα πιο αδύναμα μέλη να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους έναντι των ισχυρότερων. Οι αποκλίσεις θα συνεχίσουν να διευρύνονται και οι ασθενείς οικονομίες θα συνεχίσουν να εξασθενούν. Έτσι θα επιδεινωθεί κι άλλο η αμοιβαία δυσφορία μεταξύ κρατών πιστωτών και κρατών οφειλετών και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το ευρώ να καταστρέψει την πολιτική και κοινωνική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και τα δύο αυτά λάθη μπορούν όμως να διορθωθούν. Σε ό,τι αφορά το πρώτο, η Ευρώπη χρειάζεται έκτακτα κεφάλαια που θα χρησιμοποιηθούν για την αποκατάσταση της κεφαλαιακής βάσης του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος αλλά και για την παροχή δανείων στα κράτη μέλη της. Η χορήγηση κεφαλαίων για την αποκατάσταση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών θα είναι περισσότερο αποτελεσματική από ό,τι η χορήγηση δανείων στα κράτη. Θα οδηγήσει στον περιορισμό των δημοσίων ελλειμμάτων των χωρών οι οποίες, εφόσον κι ο τραπεζικός τους τομέας αποκαταστήσει την κεφαλαιακή του βάση, θα μπορέσουν να αποκτήσουν γρηγορότερα πρόσβαση στις αγορές. Τα χρήματα είναι καλύτερα να δοθούν τώρα και όχι αργότερα και είναι καλύτερο να δοθούν σε πανευρωπαϊκή βάση αντί η κάθε χώρα να ενεργεί από μόνη της. Αυτό θα οδηγήσει και στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού εποπτικού συστήματος. Η πανευρωπαϊκή ρύθμιση και εποπτεία των τραπεζών παρεμβαίνει λιγότερο στην εθνική κυριαρχία από ότι ο ευρωπαϊκός έλεγχος επί της δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών-μελών. Και ο ευρωπαϊκός έλεγχος επί των τραπεζών υπόκειται λιγότερο σε πολιτικές καταχρήσεις από ό,τι ο εθνικός έλεγχος.

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο πρόβλημα, πρέπει να μειωθεί το επιτόκιο των δανείων διάσωσης ως το ύψος του επιτοκίου με το οποίο μπορεί να δανειστεί η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό θα είχε το πλεονέκτημα της ανάπτυξης μιας ενεργούς αγοράς ευρωομολόγων.

Ίσως αυτές οι δύο διαρθρωτικές αλλαγές να μην αρκούν από μόνες τους ώστε να παράσχουν έξοδο από την κρίση στις προβληματικές χώρες. Μπορεί να χρειαστούν και πρόσθετα μέτρα του τύπου π.χ. ‘κούρεμα’ στα κρατικά ομόλογα. Αλλά αν οι τράπεζες έχουν αντιμετωπίσει τα προβλήματα της κεφαλαιακής τους βάσης, θα μπορέσουν να απορροφήσουν κάθε διαγραφή αξίας. Σε κάθε περίπτωση, δυο πασιφανή σφάλματα που καταδικάζουν την ΕΕ σε ένα γκρίζο μέλλον μπορούν να αποφευχθούν.

 

Πηγή: Banksnews.gr

Advertisements