CURIA

Με απόφαση της  3ης Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιµο ύψους 10,20 εκατοµµυρίων ευρώ στις Visa International  και Visa Europe,  επιχειρήσεις που διαχειρίζονται και συντονίζουν το διεθνές δίκτυο πληρωµών  µε κάρτες Visa, για την αντίθετη προς τον ανταγωνισµό συµπεριφορά τους στη λεγόµενη αγορά  «αποδοχής»,  ήτοι στην αγορά προσφοράς προς τους εµπόρους υπηρεσιών οι οποίες τους επιτρέπουν την αποδοχή συναλλαγών  µε πιστωτικές ή προθεσµιακές κάρτες.

Η επίδικη συµπεριφορά αφορούσε την άρνηση, µεταξύ Μαρτίου του 2000  και Σεπτεµβρίου του 2006,  αποδοχής της ευρωπαϊκής θυγατρικής της Morgan  Stanley  στην περιφέρεια  «Ευρωπαϊκή ένωση»  της Visa International,  και στη συνέχεια της Visa Europe, µε το σκεπτικό ότι η Morgan Stanley  ήταν τότε κυρία του δικτύου Discover Card,  το οποίο θεωρούνταν ανταγωνιστικό του δικτύου Visa.

Τον Σεπτέµβριο του 2006, επιτεύχθηκε συµφωνία µεταξύ της Visa Europe και της Morgan Stanley, µε την οποία αναγνωρίστηκε η τελευταία ως  µέλος του δικτύου. Κατά συνέπεια, η Morgan Stanley απέσυρε την καταγγελία που είχε υποβάλει στην Επιτροπή.  Καίτοι η παράβαση είχε παύσει,  η Επιτροπή αποφάσισε να επιβάλει πρόστιµο στις Visa International  και Visa Europe  καθόσον η εταιρία είχε αποκλεισθεί από τη βρετανική αγορά αποδοχής για διάστηµα έξι ετών και έξι µηνών. 

Κατά την Επιτροπή,  η επίδικη συµπεριφορά είχε ως συνέπεια να εµποδίσει έναν δυνητικό ανταγωνιστή να διεισδύσει σε αγορά χαρακτηριζόµενη από υψηλό βαθµό συγκεντρώσε-ως.

Στηρίχθηκε, µεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι η άρνηση έναντι της Morgan Stanley την εµπόδισε να παράσχει υπηρεσίες όχι  µόνο για την αποδοχή συναλλαγών  µε κάρτες Visa  αλλά και για την αποδοχή συναλλαγών  µε κάρτες MasterCard, αφού οι έµποροι προτιµούν να συνάπτουν ενιαίες συµβάσεις καλύπτουσες το σύνολο των συναλλαγών τους. 

Ακολούθως, οι Visa International  και Visa Europe προσέφυγαν στο Γενικό ∆ικαστήριο  µε αίτηµα, κυρίως, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής και, επικουρικώς, την εξάλειψη ή µείωση του προστίµου. 

Κατ’ αρχάς, προκειµένου να αποδείξουν ότι η άρνηση αποδοχής της Morgan Stanley ως µέλος του δικτύου δεν είχε ως συνέπεια τον αποκλεισµό της από την αγορά αποδοχής, οι Visa International και Visa Europe  υποστήριξαν ότι η Morgan Stanley  θα  µπορούσε να διεισδύσει σε αυτήν συνάπτοντας  «σύµβαση βιτρίνας» µε χρηµατοπιστωτικό οργανισµό  µέλος της Visa,  ικανό να λειτουρ-γήσει ως διεπαφή µεταξύ του δικτύου και της Morgan Stanley. 

Το Γενικό ∆ικαστήριο υπενθυµίζει ότι η σύναψη τέτοιας συµβάσεως αποτελεί στοιχείο του οικονοµικού και νοµικού πλαισίου το οποίο θα έπρεπε ενδεχοµένως να ληφθεί υπόψη σε περίπτωση που θα συνιστούσε πραγµατική και συγκεκριµένη δυνατότητα για τη Morgan Stanley να διεισδύσει στην οικεία αγορά και να ανταγωνισθεί τις ήδη εγκατεστηµένες επιχειρήσεις.  Πάντως,  υπό τις εν προκειµέ-νω περιστάσεις, το Γενικό ∆ικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή ορθώς απέρριψε µία τέτοια δυνατότητα δεδοµένης,  ιδίως, της δυσκολίας που θα αντιµετώπιζε η Morgan Stanley κατά την ανεύρεση αντισυµβαλλοµένου βιτρίνας.

Ακολούθως,  το Γενικό ∆ικαστήριο απορρίπτει την επιχειρηµατολογία των Visa International  και Visa Europe κατά την οποία η Επιτροπή υποτίµησε την ένταση του ανταγωνισµού που πράγµατι υπήρχε στην αγορά αποδοχής. 

Αφενός, επισηµαίνει ότι η αποδοχή µιας τέτοιας επιχειρηµατολογίας θα ισοδυνα-µούσε µε εξάρτηση της αναλύσεως των αποτελεσµάτων της επίδικης συµπεριφοράς επί του δυνητικού ανταγωνισµού από την εξέταση του βαθµού του πραγµατικού ανταγωνισµού στην επίµαχη αγορά. Το σκεπτικό, όµως, αυτό έρχεται σε αντίθεση προς τη νοµολογία η οποία επιβάλλει την εξέταση των όρων του ανταγωνισµού σε δεδοµένη αγορά όχι  µόνο βάσει του πραγµατικού ανταγωνισµού  µεταξύ των επιχειρήσεων που είναι ήδη παρούσες στη σχετική αγορά αλλά και βάσει του δυνητικού ανταγωνισµού. 

Αφετέρου,  το Γενικό ∆ικαστήριο επισηµαίνει ότι η αγορά αποδοχής χαρακτηριζόταν,  κατά τον χρόνο των πραγµατικών περιστατικών,  από υψηλό βαθµό συγκεντρώσεως και έτεινε προς σταθεροποίηση,  καθώς ορισµένες  µεγάλες τράπεζες και επιχειρήσεις διαχειρίσεως έτειναν να αναλαµβάνουν τη δραστηριότητα των αποδεκτών  µικρότερου  µεγέθους που επιθυµούσαν να εγκαταλείψουν την αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή βασίµως έκρινε ότι η είσοδος νέου ανταγωνιστή θα µπορούσε να επιτρέψει την ενίσχυση του ανταγωνισµού.

Τέλος,  επ’  ευκαιρία της εξετάσεως του βασίµου του χαρακτηρισµού της Morgan Stanley  ως δυνητικού ανταγωνιστή το Γενικό ∆ικαστήριο υπενθύµισε τα συναφή για τον ορισµό αυτό κριτήρια.

Μολονότι η πρόθεση επιχειρήσεως για διείσδυσή της στην οικεία αγορά αποτελεί ενδεχοµένως στοιχείο κρίσιµο,  εντούτοις το βασικό στοιχείο επί του οποίου πρέπει να στηρίζεται ένας τέτοιος χαρακτηρισµός είναι η ικανότητά της να διεισδύσει στην εν λόγω αγορά.  Εν προκειµένω, το Γενικό ∆ικαστήριο διαπιστώνει ότι στο µέτρο που, αφενός, η ικανότητα της Morgan Stanley  να διεισδύσει στην αγορά αποδοχής δεν αµφισβητείται και,  αφετέρου,  η υπόθεση της διεισδύσεως επιχειρήσεως στην αγορά δεν έχει αµιγώς θεωρητικό χαρακτήρα,  η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο χαρακτηρίζοντας τη Morgan Stanley ως δυνητικό ανταγωνιστή.

Το Γενικό ∆ικαστήριο απορρίπτει, επίσης, το σύνολο των λοιπών επιχειρηµάτων που προέβαλαν οι Visa International  και Visa Europe.  Κατά συνέπεια,  το επιβληθέν στις επιχειρήσεις πρόστιµο διατηρήθηκε στα 10,20 εκατοµµύρια ευρώ.

 

Ανεπίσηµο έγγραφο προοριζόµενο για τα µέσα µαζικής ενηµερώσεως, το οποίο δεν δεσµεύει το Γενικό ∆ικαστήριο

Πηγές: Curia.europa.eu & idasme.org

Advertisements