«Καλή σας μέρα»! Πώς λέγαμε «Καλημέρα, ήλιε, καλημέρα»; Ακριβώς αυτό. Πώς η Μυρσίνη, η κόρη του αδελφού μας, Μάνου Λοΐζου απαγορεύει να ακούγεται το τραγούδι του πατέρα της στις συνάξεις του ΠΑΣΟΚ; Ακριβώς γι’ αυτό εν Κοινοβουλίω αναφωνώ: «Καλημέρα, ήλιε, καλημέρα». Για να τιμήσουμε κορυφαίες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας.

Και αναρωτιόμαστε, αναρωτιέμαι: Πώς ένας ύμνος ζωής, δημιουργίας, ελπίδας, έμπνευσης, αγώνων μας όπλισε και διασχίσαμε με το τραγούδι στη μασχάλη μας, πολύ δύσκολες ατραπούς σε σύγχρονες πολιτικές κατακτήσεις; Ακριβώς, γι’ αυτό «Καλημέρα, ήλιε, καλημέρα». Ανεξάρτητα με το αν η Μυρσίνη μπορεί ή όχι με τον πόνο και τις πληγές της, να εξορίσει από τις καρδιές μας το τραγούδι, εμείς όλοι θα βροντοφωνάξουμε μέχρι να πεθάνουμε «Καλημέρα, ήλιε, καλημέρα».

Μπορεί ο λόγος αυτός, ως αντικοινοβουλευτικός ή αντισυμβατικός να κριθεί. Ευτυχώς όμως, η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, που διασφαλίζει σε όλους μας αυτό το ιερό Βήμα, μου επιτρέπει να επιμείνω και να συνεχίσω.

Ήταν πολύ δύσκολα τα χρόνια εκείνα και εμείς νεαρούδια, φοιτητές, νέοι, εργαζόμενοι ή παιδιά φτωχών κατατρεγμένων οικογενειών, πολιτικά και κοινωνικά, γεμίζαμε τους δρόμους, τα αμφιθέατρα, τα εργοστάσια, τους τόπους δουλειάς και τραγουδούσαμε «Καλημέρα, ήλιε, καλημέρα». Γιατί ο ήλιος, ούτε ήταν ούτε είναι ούτε θα είναι ποτέ ιδιοκτησία κανενός. Ο ζωοδότης φλόγιζε και θα φλογίζει για πάντα τις καρδιές όλων των ανθρώπων ανεξαρτήτως χρώματος, κόμματος και ηλικίας.

Να περάσω στα τρέχοντα, αυτά που μας απασχολούν; Να καταφύγω σε αριθμούς, σε εκτιμήσεις οικονομικών, καθηγητών, τεχνοκρατών κτλ, για να δούμε πού ακριβώς πάμε και τι κάνουμε; Ούτε προλαβαίνω, ούτε θέλω να το κάνω. Εκείνο που νιώθω όμως και θα σας το πω είναι: Καιρό τώρα νιώθω το πιστόλι στο κεφάλι μου. Από τον έναν εκβιασμό ζω στον άλλο τριάντα, σαράντα χρόνια τώρα.

«Ή Καραμανλής ή Τανκς», «Ή Συνεργασία ή Χάος», «Ή οι δικές μου επιλογές θα γίνουν σεβαστές και θα ψηφιστούν από τον ελληνικό λαό ή Εκλογές» «Ή Μνημόνιο ή Γκρεμός», «Ή Μεσοπρόθεσμο ή Πτώχευση». Εγώ αρνούμαι να μπω σε αυτές τις λογικές. Αρνούμαι να δεχθώ αυτούς τους εκβιασμούς και τους εκφοβισμούς. Το Μνημόνιο και οι όποιες επικαιροποιήσεις, ούτε έδωσαν, ούτε οδηγούν πουθενά. Δεν σας το λέω μόνον εγώ. Πριν από λίγο σε αυτό το Βήμα, το είπε και η κ. Βάσω Παπανδρέου. Αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.

Και δεν μπορώ επίσης, κάτι άλλο: Διαπιστώσαμε όλα αυτά τα χρόνια ψευδείς υποσχέσεις. Ακούσαμε για κάθαρση, για τιμωρίες ενόχων , κλεπτών της δημόσιας περιουσίας. Τι έγινε; Τίποτα. Να μην ξεκινήσω και σας μιλάω για το τι συνέβη ακριβώς στα Μέσα Ενημέρωσης από την εποχή που ήταν Πρωθυπουργός, ο κ. Μητσοτάκης μέχρι σήμερα, γιατί θα χρειαστώ πολύ χρόνο. Θα σας θυμίσω όμως κάτι: Ο τότε εκπρόσωπος της Κυβέρνησης, ο κ. Ρουσόπουλος, μόλις πήρε τη διακυβέρνηση της χώρας η Νέα Δημοκρατία με τον κ. Καραμανλή, έκανε την πρώτη δήλωση, η οποία ήταν «θα νομιμοποιήσουμε τις συχνότητες, τις ραδιοφωνικές και τις τηλεοπτικές».

Και βάζω τελεία, γιατί θυμάμαι τον Μέρντοχ, τον Αυστραλό αυτοκράτορα των Μέσων, ο οποίος τι είπε πριν από λίγο καιρό και ήταν πρωτοσέλιδο, η συνέντευξή του στο «ΤΙΜΕ»; Είπε: «Όταν θέλεις κανείς να αποκτήσει εξουσία και οικονομικά οφέλη, πρέπει να κάνει τρία πράγματα. Το πρώτο είναι να αποκτήσει συχνότητα ή εφημερίδα ή ραδιόφωνο ή και τα τρία μαζί. Το δεύτερο να αγοράσει μια ποδοσφαιρική ομάδα και το τρίτο να έχει φίλο έναν πολιτικό.

Όταν έρθει η ώρα και ο πολιτικός δεν του κάνει το χατίρι, τότε τα πράγματα είναι πολύ απλά. Αλλάζει «φίλο». Έτσι, ανερυθρίαστα και ξεδιάντροπα η συνέντευξη αυτή φιλοξενήθηκε στο «ΤΙΜΕ» των Ηνωμένων Πολιτειών. Το λέω, για να δούμε και σήμερα με το ποδόσφαιρο και όλα όσα συμβαίνουν πώς συνδέεται το ποδόσφαιρο, τα στοιχήματα, η πολιτική ζωή και τα οικονομικά συμφέροντα.

Δεν θέλω να πλατειάσω, γιατί μπορεί να ξεπεράσω το χρόνο. Θα μου επιτρέψετε μόνο να τελειώσω με το εξής. Τα τραγούδια στην Ελλάδα έχουν γράψει ιστορία και δεν ήταν τυχαίο, αγαπητοί συνάδελφοι, το γεγονός ότι διάλεξα να σας μιλήσω για ένα τραγούδι που έχει το δικό του αποτύπωμα και σημαίνει πάρα πολλά για πολλούς και για εμάς και ενδεχομένως για εκείνους που δεν συμφωνούν με εμάς. Έλεγε ο στίχος: «θα τον μεθύσουμε τον ήλιο, σίγουρα ναι. Θα τον τρελάνουμε το φίλο, σίγουρα ναι. Με το νταούλι και με το ζουρνά, καλημέρα, ήλιε, καλημέρα. Γελά ο ήλιος και αμολιέται στα στενά. Χορεύει πάνω στο νταούλι και αρχινά. Το κόκκινο για τη ροδιά, το πράσινο για τα παιδιά, για της Μυρσίνης την ποδιά μια Παναγιά».

Τελειώνοντας, αυτές τις ώρες πολλοί ήταν εκείνοι, που είτε επικριτικά είτε υπεραμυνόμενοι του νόμου που πρόκειται να ψηφίσουμε ή να καταψηφίσουμε, εκτίμησαν ότι για να αποφασίσουμε σωστά, θα πρέπει να καταφύγουμε στη λογική μας. Και αυτό είναι και μία απάντηση για τον τρόπο και το περιεχόμενο της ομιλίας μου.

Παρά ταύτα, οι περισσότερες ομιλίες με τον έναν ή άλλο τρόπο κυριαρχήθηκαν από συναισθήματα για τους συμπολίτες και για τους συμπατριώτες μας, για εκείνους οι οποίοι σήμερα υποφέρουν και τραβούν τα πάνδεινα. Μάλιστα, ακόμη και ο ίδιος ο κύριος Πρωθυπουργός, απευθυνόμενος προς την Ολομέλεια, είπε ότι θα πρέπει με το χέρι στην καρδιά και με την απαιτούμενη πατριωτική συνείδηση να ψηφίσουμε την πρόταση της Κυβέρνησης.

Πειθαρχώ στην προτροπή του και με το χέρι στην καρδιά γυρίζω και του λέω: ΟΧΙ ΣΤΟ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟ – ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΕΚΒΙΑΣΜΟΥΣ – ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΦΟΒΙΕΣ. Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΠΩΛΕΙΤΑΙ.

Ευχαριστώ για την ανοχή!

Γιάννης Δημαράς, Πρόεδρος του Πανελληνίου Άρματος Πολιτών

Advertisements